April 25, 2020

Γιάννης Ρίτσος: Επιτάφιος – Του Σίμου Ανδρονίδη

By In ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Ο ποιητικός ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου, συνιστά ένα από τα πλέον ιδιαίτερα ποιήματα της ελληνικής ποίησης, έχοντας έναν έντονο ρυθμό προφορικής αφήγησης, όντας παράλληλα ‘εικονοκλαστικό.’ Το υπόβαθρο της ποιητικής συλλογής καθίσταται ουσιαστικά η πραγματοποίηση της εργατικής-απεργιακής κινητοποίησης του Μάϊου του 1936 στην πόλη της Θεσσαλονίκης, και η κρατική καταστολή που τη συνόδευσε, κάτι που επέφερε έναν αριθμό νεκρών και τραυματιών μεταξύ των απεργών.

Άρα, δύναται να αναφέρουμε ό,τι ο ‘Επιτάφιος’ του Μονεμβασιώτη ποιητή τροφοδοτείται από ένα συγκρουσιακό συμβάν που, εν προκειμένω, άπτεται των δύσκολων  συνθηκών διαβίωσης για σημαντικά τμήματα της εργατικής την περίοδο του Μεσοπολέμου. Έχοντας προσεγγίσει ήδη τις ιδέες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), ο ποιητής παρακολουθεί στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ‘Ριζοσπάστης’ (εφημερίδα του ΚΚΕ), μία γυναίκα να στέκεται πάνω από έναν νεκρό και να θρηνεί, φορώντας μαύρα ρούχα. Εκ των υστέρων, αποκαλύφθηκε πως επρόκειτο για την μητέρα του νεκρού στην απεργιακή κινητοποίηση, αυτοκινητιστή Τάσου Τούση με καταγωγή από το Ασβεστοχώρι  Θεσσαλονίκης.

Το γεγονός αυτό, προξενεί έναν συνειδησιακό (όσο και βαθύτερα, πολιτικό) συγκλονισμό στον ποιητή (υιοθετούμε τον όρο του Λουί Μπλανκί), κάτι που διαφαίνεται και στα μορφολογικά μοτίβα που υιοθετεί ο ποιητής για την συγγραφή του ποιήματος. Προτού καταστεί κοινοποιήσιμος μέσω της ποίησης ή του Ριτσικού ποιητικού λόγου, ο ‘Επιτάφιος’ έχει συλληφθεί νοηματική βοηθούσης μίας εικόνας που καθίσταται, εικόνα μητρικού θρήνου.

Έτσι, ο ‘Επιτάφιος,’ συναρθρώνει και εκ-διπλώνει εμπρόθετα τον ομοιοκατάληκτο στίχο με την διάχυτη προφορικότητα-λαϊκότητα, στοιχεία του Μανιάτικου-δημοτικού μοιρολογιού με θρηνητικές τελετουργίες που άπτονται της ίδιας και άμεσης σχέσης μητέρας και υιού, με τέτοιον τρόπο προσδιορισμένα, ώστε να αναδειχθεί, σχετικά ισόρροπα, ένα διττό περιεχόμενο που περιλαμβάνει, αφενός μεν το κοινωνικο-πολιτικό στοιχείο, με τον αναγνώστη να μαθαίνει για το ‘γιατί’ της φόνευσης του υιού, και, αφετέρου δε, την μητρική μαρτυρία.

Την μητρική μαρτυρία που όντας εκφραστική λεκτικά, εφευρετική ως προς τον τρόπο (ίδια τροπικότητα) με τον οποίο προσεγγίζεται ο χρόνος, καθιστάμενος εκκρεμές μεταξύ παρελθόντος και παρόντος (και όχι ‘γέφυρα’ προς ένα μέλλον που δεν υπάρχει διότι στερήθηκε), δύναται να μετασχηματισθεί σε ένα φορτισμένο πένθος που εγγράφει διαλεκτικά χαρακτηριστικές στιγμές από τον βίο του νεκρού υιού, έτσι ώστε να συγκροτηθεί ένα ευρύτερο σχεσιακό πλαίσιο, δίχως μάλιστα να εκ-λείπει η ανοιχτή του επιτέλεση.

Ως προς αυτό, θεωρούμε πως συμβαίνει το αντίθετο. Έτσι, διαθέτουμε τον δημόσιο χώρο που μετασχηματιζόμενος σε χώρο πένθους δεν χάνει την πρωταρχική του σήμανση ως χώρος απεργιακής συγκέντρωσης και διεκδίκησης, τον χρόνο του θανάτου (εντός κινητοποίησης) που αποτελεί έναυσμα πολιτικής-ηθικής και περαιτέρω αξιακής καταδίκης (λαϊκότροπο μοτίβο της ‘κατάρας’), της εξουσίας, διανθισμένα με μοτίβα που δείχνουν προς την κατεύθυνση έγκλησης και αναφοράς μίας κοινωνικής-ταξικής ταυτότητας που δεν είναι παρά εργατική.

Έτσι, ο ποιητικός λόγος τροφοδοτείται από λεκτικές φόρμουλες που έχουν να κάνουν με την διαβίωση και τους όρους διαβίωσης (‘ψωμί’ ως συστατικό στοιχείο ζωής), με την αίσθηση του εργατικού ‘ανήκειν’ (διεκδίκηση του ‘ψωμιού’), διευρύνοντας παράλληλα τον θρήνο και δη τον μητρικό θρήνο για τον θάνατο με τους όρους της αμφισβητησιακής πρακτικής που πλέον, σχετίζεται με την μορφή της μητέρας.

Και αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο πραγματοποιείται όχι γραμμικά ή ‘μεταφυσικά,’ αλλά, αντιθέτως, ανασύρεται και θεμελιώνεται πάνω στις ίδιες συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο του υιού τον οποίο και θρηνεί η μητέρα, παράγοντας τις συνδηλώσεις της απώλειας και ακόμη, του νανουρίσματος που παραπέμπει σε αντίστοιχες πρακτικές παιδικής ηλικίας, όταν η μητέρα νανουρίζει το παιδί για να κοιμηθεί. Κι όμως, στον ‘Επιτάφιο’ του Γιάννη Ρίτσου που  επίσης αντλεί από την θρηνητική επιτέλεση της Παναγίας για τον δικό της υιό (Χριστός), ο θάνατος δεν θεωρείται ‘προσωρινό στοιχείο,’ όπως επίσης δεν διαφαίνεται και η αναστάσιμη προοπτική.

Απεναντίας, η αναφορά στον ‘ύπνο’ (αντί για θάνατο) νοηματοδοτεί χαρακτηριστικά οικειότητας και αγάπης, σημασιοδοτώντας την μεταβολή ή αλλιώς, την αλλαγή που ήδη έχει συντελεσθεί: Εντός αυτού, η μητέρα είναι αποφασισμένη να λάβει την θέση του υιού στον στίβο του κοινωνικού-ταξικού αγώνα, εσωτερικεύοντας την μορφή του, αναπαράγοντας τις δικές του ιδέες, και μεταπλάθοντας την δράση του σε δράση ‘μητέρας’ (τρία επίπεδα), με έναν τρόπο που ισοδυναμεί με την ανατροπή των έμφυλων σημάνσεων περί θρήνου.

Όταν ο κόσμος της μητέρας ανατρέπεται και καταρρέει, ανατρέπονται τα διακυβεύματα και οι προσδοκίες της μητέρας για μία ζωή κοινή, μαζί με τον υιό. Το θρηνητικό υποκείμενο μετασχηματίζεται, και ‘βίαια,’ σε διεκδικητικό υποκείμενο, έχοντας διαπαιδαγωγηθεί σε ό,τι νοείται ως θυσία και ως μαρτυρία.

Διπλή όψη που ανάγεται στη σφαίρα του σκοπού που δεν απουσιάζει από τον ‘Επιτάφιο,’ εντάσσοντας την μητέρα εντός της εργατικής κοινότητας.

Ο θάνατος διαμορφώνεται ποιητικά ως καταλύτης εξελίξεων. Ο ‘Επιτάφιος’ μελοποιημένος από τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνευμένος από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση (1959),  με λαϊκές γραμμές όπως εκφράζει και η επιλογή του σολίστα του μπουζουκιού Μανώλη Χιώτη, απέκτησε ιδιαίτερη δημοσιότητα μεταπολεμικά. Ακόμη και αν ο νεκρός δεν κατονομάζεται, επιτρέποντας διαφόρων ειδών ταυτίσεις, η ευρύτερη δράση του και η ειδικότερη συμμετοχή του στην απεργία, φέρουν τις πλαισιώσεις προσέγγισης του υπό το πρίσμα του ‘μάρτυρα.’

—————————————

*Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι Πολιτικός Επιστήμονας,  διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι επιστημονικός συνεργάτης της ΓΣΕΒΕΕ.  Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα είναι: θεσμοί κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης (πολιτικά κόμματα), Θεωρία του Κράτους, κοινωνικά κινήματα, ποίηση και κριτική λογοτεχνίας.

Leave a Comment