January 5, 2020

Αφιέρωμα στην ποίηση του Γιάννη Στίγκα

By In ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Γράφει ο Ε. Μύρων

Τη φωνή μου ρε
κι ας μην έχω να φάω

 

Ο Μπλανσό έλεγε το εξής παράδοξο: o συγγραφέας πρέπει να έχει ταλέντο για να ξεκινήσει να γράφει αλλά δεν έχει ταλέντο παρά μόνο αν γράφει. Αλλά τι είναι ταλέντο τελικά; Δεν είναι αζύγιστο, νομίζω, να πει κανείς πως είναι η ατόφια έκφραση κρατώντας την παράδοση από τα κέρατα.

Να ξεκαθαρίσω εξαρχής πως το σημερινό αφιέρωμα δεν είναι μια φιλολογική ή ακαδημαϊκή ανάλυση της ποιητικής του Γιάννη Στίγκα, γράφω μονάχα πως διάβασα εγώ τους στίχους του και ποιους στοχασμούς μού γέννησαν.

Έχω από μικρός μια αποστροφή προς τα ποιήματα κλειστού δωματίου και περισυλλογής. Προτιμώ την ποίηση γνήσια, γυμνή, κατεβασμένη στο δρόμο. Με τα ποιήματα του Στίγκα έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι με μια μπύρα σε ένα ωραίο στέκι…

Οι συλλογές που μελέτησα είναι οι εξής:

Η αλητεία του αίματος, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2004
Η όραση θ’ αρχίσει ξανά, εκδόσεις Κέδρος, 2006
Ισόπαλο τραύμα, εκδόσεις Κέδρος, 2009
Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2012
Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2014
Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2017

Η γλώσσα του δεν παρουσιάζει μεγάλες αλλαγές από συλλογή σε συλλογή. Ίσως περίπου στα μισά της μέχρι τώρα διαδρομής του ακονίστηκαν λίγο παραπάνω τα γλωσσικά του εργαλεία και τα εκφραστικά του μέσα, αλλά μεγάλες αλλαγές δεν εντοπίζονται.

ΚΑΡΠΟΦΟΡΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ

Πότε θα ‘ρθεις να πάρεις το φωτοστέφανο;
Το σπίτι έχει πλαντάξει στα μήλα

(Ισόπαλο Τραύμα)

Ο Γιάννης Στίγκας γράφει, αλλεργικός στις κοινοτοπίες, ποιήματα που κυλούν αρμονικά κι αβίαστα αλλά κρύβουν από πίσω ατέλειωτη επεξεργασία και μελέτη. Κρύβουν «μια δίψα δίμετρη» (Ισόπαλο Τραύμα). Πως θα γινόταν αλλιώς, κάθε καλός ποιητής έχει ξενυχτήσει για ένα κόμμα, για μια λέξη. Κι ο Στίγκας γνωρίζει πως η ποίηση είναι παράνοια για ένα κόμμα, για ένα ερωτηματικό:

(…)
Δεν υπάρχει πιο κωλοπετσωμένο σύννεφο από την αμφιβολία.

(Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι)

Δεν μπορείς αγαπητέ μου να είσαι ποιητής μόνο όταν το μοστράρεις στις παρέες:

Γιατί η ποίηση
-ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε, Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται

(Ο δρόµος µέχρι το ̟περίπτερο)

Στη σύγχρονη οργουελική κοινωνία με την εθελούσια χαύνωση των πολιτών –πελατών, όπου αισθανόμαστε

(…)

                                                                 Σαν να επινικελώνουμε το ίδιο χασάπικο

                                                                                                    (SPUTNIK 2017-Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι)

μόνη νησίδα ελπίδας είναι η γνησιότητα. Η ποίηση, η αληθινή ποίηση, νομίζω περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη, στοχεύει κατευθείαν στο γνήσιο – εκεί μονάχα ανασαίνει. Ο ποιητής βιώνει την ανθρώπινη μοίρα «ποιητικά», περιφέρει την αγωνία του στην ουσία των πραγμάτων, ψάχνει θεούς και δαίμονες για να τους αναποδογυρίσει. Βουτηγμένος στο αίνιγμα αναζητάει την υπέρβαση. Δεν φωτογραφίζει τον Κόσμο, τον μεταμορφώνει καθαρίζοντας την αλήθεια του μέσα στην αποσπασματικότητά του. Η Ποίηση έχει μια διάπυρη διάρκεια· σπάζοντας τα όρια που θέτει η αιτιοκρατία ανοίγει χώρο για το απρόοπτο και το άλογο έτσι ώστε να αποφορτιστεί το αδιέξοδο μέσω της απαγκίστρωσης από το Εγώ.

Γιάννης Στίγκας - Ε. Μύρων Αφιέρωμα Αποτυπώματα
Φωτό: Sofia Camplioni and Chris Athan.

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΠΤΑ ΤΟΥ
(…)

Το νεύρο από το οποίο εκπορεύεται το τραγούδι,
το καταλαβαίνω καλύτερα.

(Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι)

Και για να το πετύχει αυτό ο άνθρωπος πρέπει να αφεθεί, να μη θέλει να θέλει, όπως όταν κυλάει σε ένα μουσικό κομμάτι, χωρίς έλεγχο και λογική, επιτρέπει στις νότες να εισέλθουν μέσα του –όχι το αντίστροφο.

Ο ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΧΑΝΕΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΣ

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας

Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα

ειδάλλως γύρνα πίσω

και μη γελάς

αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

(Η όραση θα αρχίσει ξανά)

Τα απειράριθμα ποιήματα που διαβάζουμε καθημερινά στο διαδίκτυο, με «όλη την ωμή έπαρση της αγέλης» (Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι), αποδεικνύουν πως στην Ελλάδα περισσότερη ποίηση γράφεται παρά διαβάζεται. Όμως ποίηση δεν είναι η παράταξη σκέψεων σε στίχους ή η έμμετρη προσαρμογή της πρόζας. Μέσα στον ορυμαγδό των ευπώλητων στίχων… ημερολογίου φωνές σαν του Γιάννη Στίγκα σπανίζουν:

ΜΕΓΑΛΟ ΜΠΟΤΙΛΙΑΡΙΣΜΑ
ΚΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΜΕΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Έτσι όπως μπαίνουν όλοι τους
αξύριστοι στην ποίηση
να βόσκουν τα σκοτάδια τους
και καρδαμώνει η συμφορά
το λίγο λίγο τρώει τα θεμέλια
εγώ κορνάρω βέβαια
Τον Όμηρο τον κάνανε
χιλιάδες ξοφλημένα σύννεφα

έχω μεγάλη δυσκολία να χρυσώσω την πνοή

ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ
                        δηλαδή το κασκόλ σου
μαγκωμένα γερά
                        στα γρανάζια της πόλης
για να σ’ έχουμε εδώ
με ξενύχτια
               κι ό,τι άλλο αιχμηρό
να ανοίγουμε τρύπες στο γέλιο σου
και να παίρνουμε
                               ολόχρυσες τζούρες

(Ισόπαλο τραύμα)

Γράφει με το αίμα του να βράζει και την ποίησή του να μαρσάρει. Κι ο στίχος του που έγινε graffiti σε τοίχο της Αθήνας

Τη φωνή μου ρε
Κι ας μην έχω να φάω

Γιάννης Στίγκας - Ε. Μύρων Αφιέρωμα Αποτυπώματα

αυτό δηλώνει: την ανάγκη της συνείδησής του για ελευθερία και έκφραση. Απέναντι σε μια κοινωνία όπου ο μικροαστισμός και το βόλεμα είναι κανόνας, όποιος διατρανώνει πως η ελευθερία είναι το μέγιστο αγαθό, (όσο κι αν έχει φθαρεί αυτή η λέξη…), καταλαβαίνει γιατί η ποίηση είναι ρ ή ξ η. Κάθε γνήσιος ποιητής είναι φύσει αναρχικός:

SPUTNIK 2017

(…)
Σιγά σιγά
                 βρίσκω μέσα μου τις λέξεις
για να επιζήσω κουβεντιαστά
Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης
Είναι το δικό μου
επείγον πολίτευμα.

(Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι)

Αφήστε τους να βουλιάζουν σε νερόβραστες φράσεις όπως: Άκου, βλέπε και σώπαινε – θα ξυπνήσουν μετά από χρόνια, με 2 ½ παιδιά, σπίτι, αστραφτερή δουλειά, αυτοκίνητο και τηλεοπτική ευτυχία, και θα αναρωτιόνται αυτό που έκαιγε τον Gerard de Nerval:

Κι όταν έφθασε η στιγμή πού, κατάκοπος από τούτη τη ζωή,
Ένα βράδυ χειμωνιάτικο, είχε ἡ ψυχή του επιτέλους ευφρανθεί,
Έφυγε λέγοντας: «Για λόγον ποίον ήρθα;»

(Gerard de Nerval, μτφ: Ελένη Κόλλια)

Καμία λέξη δεν είναι τυχαία στην καλή ποίηση. Ακόμα κι αυτό το «ρε» μέσα στην ποιητική του Στίγκα νομιμοποιείται πλήρως. Φτάνει πια με την αποστείρωση και τον κενό καθωσπρεπισμό που μας βαραίνουν τα βλέφαρα, θέλουμε να διαβάζουμε στίχους που να «ζεματάνε», να είναι αγκάθι στον πισινό μας, που λέει κι ο Μάνος Τασάκος. Δεν υπάρχουν αντιποιητικές λέξεις, υπάρχουν αντιποιητικά… ποιήματα. Κι ο Στίγκας δεν φοβάται:

(…)

Ποιος πούστης άγγελος
μου ’δωσε τρύπιο φλασκί
και δεν έχω μια σταλιά μελωδία

Διαβάζουμε τόσα βιβλία, συλλογές και στίχους, σε πόσα όμως επιστρέφουμε; Αν διαβάσουμε κάτι και μετά πιούμε τον καφέ μας ξεχνώντας το, τότε κάτι δεν πάει καλά…

Ο χρόνος, έτσι όπως μας δόθηκε σακάτης,
δεν τολμώ να πω τι δικαιώνει.
Μόνο δαγκώνω, φτύνω φως ματωμένο
κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο
– είναι μια κούραση αλλιώτικη –
το βράδυ απλά στέκομαι στο παράθυρο

                                                                       Ένας άγγελος έρχεται
                                                                        και τρώει απ’ τα σκουπίδια

(Η αλητεία του αίματος)

Η αληθινή ποίηση σού τυπώνεται σαν τατουάζ στο μυαλό και σε κυνηγάει για μέρες (ή και παραπάνω…), σου αλλάζει το οπτικό πεδίο. Ποιος διάβασε στίχους του Ρεμπώ και κοίταξε ξανά τον Κόσμο με τα ίδια μάτια;

Γράφει ο Λογγίνος στο «Περί ύψους»:

«Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος στοχαστικός, που ξέρει από λογοτεχνία, διαβάσει κάτι πολλές φορές, και αυτό το ανάγνωσμα δεν παρασύρει την ψυχή του σε μια ανώτερη θεώρηση των πραγμάτων ούτε και εγκαταλείπει μες στη διάνοιά του κάτι περισσότερο από τις γυμνές λέξεις για να τον προβληματίσει, αλλά όσο το διερευνάς τόσο χάνει τη σημασία του, τότε πια αυτό δεν έχει ύψος αληθινό, γιατί διαρκεί τόσο μόνο όσο ηχεί μέσα στα αυτιά μας. Το αληθινά υψηλό κεντρίζει συνεχώς τη σκέψη μας, είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να του αντισταθείς, και η ανάμνησή του μένει πάντα ζωηρή στο μυαλό μας και δεν ξεθωριάζει. Με μια λέξη, ωραίο και αληθινό ύψος είναι ό,τι αρέσει για πάντα στους πάντες! Όταν άνθρωποι με διαφορετική απασχόληση, με διαφορετικό τρόπο ζωής, με διαφορετικές προτιμήσεις, ηλικίες και γλώσσες έχουν για τα ίδια έργα την ίδια και απαράλλακτη γνώμη, τότε αυτή η ομόφωνη κρίση και επιδοκιμασία κριτών που δεν έχουν τίποτε το κοινό μεταξύ τους γίνονται πίστη σταθερή και αναμφίλεκτη στην αξία των έργων που θαυμάζουμε.»

Γιάννης Στίγκας - Ε. Μύρων Αφιέρωμα Αποτυπώματα
Φωτό: gezett.de

Ο  Στίγκας φορώντας «…γυαλιά πιλότου/για να μη βλέπετε το ασσόδυο μέσα στα μάτια μου» καταφέρνει να οδηγήσει την ποίησή του μαεστρικά. Οι στίχοι του γυρνούν μέσα στο μυαλό μου για μέρες…

IV.

Είµαι τόσο πρόθυµος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχει ήδη χάσει δυο πέταλα
δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασµα σκότους
ή ανάποδα
εγώ
µόνο να βασανίζω τις πεταλούδες
– καµιά τους δεν ξέρει να µ’ αγαπήσει

(Η όραση θ’ αρχίσει ξανά)

Είναι γοητευτική εδώ η συνομιλία με τον Νίκο Καρούζο. Η διακειμενικότητα που θα έλεγαν και οι φιλόλογοι. Θυμίζω την ερώτηση του φλεγόμενου Ναυπλιώτη ποιητή:

-Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;

Γι αυτό έγραψα παραπάνω πως ο Στίγκας έχει καλά χωνεμένο το λογοτεχνικό παρελθόν και το πιάνει από τα κέρατα. Καρούζος, Στεριάδης, Μαστοράκη, Σαχτούρης, Κοντός, κ.α. έχουν αφομοιωθεί και έχουν γίνει θεμέλιο για δημιουργία. Γιατί στην ποιητική του Στίγκα δεν έχουμε να κάνουμε με στείρα μίμηση: ως νευρολόγος που είναι εντοπίζει ένα καινούργιο νεύρο της ποίησης και φέρνει φρεσκάδα στο ποιητικό τοπίο. Και είναι ένα νεύρο ατίθασο:

αυστηρά για ενήλικες

Ντυμένη μόνο από το βλέμμα μου
(κι όλα τα ρούχα πεταμένα στην παρένθεση)
και να μιλά
σαν πυροφάνι σε παλιόκαιρο
κάτι σπαστά μαυλιστικά
και νυφικά θυέλλης
τέτοια
που πάν’ στον βρόντο όλα τα ζητούμενα
η κράση μου
η πίστη μου
τα δυο μου τα γλαρόνια

κι έτσι φουντώνω
σπαρταράω ολόκληρος

το ρίγος λέω
-το ρηγάτο μου-

πώς κατεβαίνουνε τα δάχτυλα τρεμάμενα
ανοίγω λοιπόν το φερμουάρ
και ξεπηδάει

τέτοιος -με το συμπάθιο-
ο καημός

κι ακόμα μεγαλώνει

(Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο)

Με την «…αγάπη να έρπει/ μουγκή μέσα στις σάρκες», (Η αλητεία του αίματος), ο Στίγκας ψάχνει στην ποίηση την όαση που λείπει από την έρημη (αν και πολύβουη…) πραγματικότητα:

Εδώ

the evil eye is working overtime
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια —για το τίποτε— κρυψώνα

—τι άλλο θέλεις να σου πω—

εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα

μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη

κάτω από τα ταγιέρ

και τα πουκάμισα

(Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο)

Η σοβαροφάνεια είναι ένας ακόμα ανασταλτικός παράγοντας για την ποίηση. Έχουμε πολλά παραδείγματα ποιητών και λογοτεχνών που θαρρούν πως τακίμιασαν με τη μούσα κι ότι πίνουν μαζί τίλιο στο όρος του Ελικώνα. Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός είναι σημάδι ευφυίας. Μην ξεχνάμε πως η σάτιρα ήταν το τελευταίο καταφύγιο του Καρυωτάκη…

(…)

Μη μου γρυλίζεις ρε

Εγώ μπορώ και μ’ ένα bic
να γίνομαι κανένας

(βλέπω το κύβο Ρούμπικ φαγωμένο)

ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΑ ΣΤΟ COCKPIT
1#

Κατά κάποιο τρόπο,
από τα δέκα χιλιάδες πόδια και πάνω,
είμαστε όλοι υπερρεαλιστές.

ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΓΟΥΡΟ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ
(…)

Κι εγώ δεν έχω ούτε ένα στίχο που να σώζει απ’ τη φωτιά.
(Ίσως μόνο δυο-τρεις για το κοινό κρυολόγημα.)

(Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι)

Γιάννης Στίγκας - Ε. Μύρων Αφιέρωμα Αποτυπώματα
Φωτό: Sofia Camplioni and Chris Athan.


Δεν είμαι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής των λογοτεχνικών παρουσιάσεων και των μαζικών απαγγελιών, στις περισσότερες περιπτώσεις περισσεύουν τα κούφια λόγια και ο ναρκισσισμός – η δουλειά του ποιητή, άλλωστε, πιστεύω πως τελειώνει στην τελευταία τελεία. Τα πολλά φώτα είναι για το κείμενο. Όμως οι απαγγελίες του Στίγκα αξίζουν να τις αναζητήσει κανείς, γιατί, ιδιότυπες κι αυτές σαν την πένα του, πετυχαίνουν το στόχο τους: φωτίζουν παραπάνω το κείμενο…

ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΤΙΤΛΟ

                                  στραβά που σ’ έραψα στραβά
                                  στραβά θα με ξηλώσεις

Αγαπητέ κύριε,
εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες
γιατί μετά, το δροσερό νερό
μετά, το χάδι στα μαλλιά
το «σώπα, ξημερώνει».

Ενώ για μένα τι;
που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση
που μ’ αλυχτάνε τα σκυλιά
που με τρυγά η σκουριά
-τόσες περικοπές για ένα κορμί-
τουλάχιστον ας βάζατε ανοξείδωτες τις βίδες,
για να μη γυροφέρνω μ’ ένα κίτρινο αδιάβροχο
χειμώνα-καλοκαίρι
σαν τους επιδειξίες.

Κι ύστερα,
γιατί εμένανε τα χέρια μου
να’ χουνε τέτοιο εμφύλιο
το’ να να θέλει να γυρίσει στον παράδεισο
τ’ άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ
έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε μονάχα τ’ αρχικά-
έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοια σας, κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω.

(Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο)

Ενδιαφέρον έχουν επίσης και οι τίτλοι των ποιημάτων – μην ξεχνάμε πως πρόκειται για έναν επιπλέον στίχο. Παρατηρούμε κι εδώ πως ο Στίγκας κομίζει κάτι νέο, κάτι φρέσκο. Έχουμε κι εδώ μια ανατροπή, ένα ξάφνιασμα. Αναφέρω ενδεικτικά: «Υψιπετές κι ας πόνεσε», «Η επείγουσα αγιότητα του Ντύλαν Τόμας», «Παραμύθι σκουρόχρωμο και με δεμένα μάτια», « Μινώταυρος στη θέση του Μινώταυρου», κ.α.

Κλείνοντας, πιστεύω πως έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση φρέσκια σε ύφος και περιεχόμενο η οποία αξίζει να διαβαστεί ξανά και ξανά. Ποίηση μελετημένη και δουλεμένη μέχρι και στο τελευταίο σημείο στίξης. Στίχος γεμάτος ένταση, παλμό και σφρίγος – είναι ελάχιστες οι στιγμές που ο Στίγκας καταφεύγει στην ευκολία.

Ένα από τα προτερήματα της ποίησης είναι πως μπορεί να απομνημονευτεί και να χαραχτεί στο νου. Και ο Γιάννης Στίγκας, εν μέσω της αποπνικτικής ομίχλης των καιρών, καταφέρνει να μας πείσει πως η φλόγα της ποίησης είναι ακόμα εδώ, ζωντανή, κι ο ποιητής είναι ο φορέας της…

Ο ΚΟΜΗΣ ΛΩΤΡΕΑΜΟΝ

Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα
στουπί, βενζίνη και ο άνεμος
με τη φορά της λύπης μου
να μπει ένα τέλος οπωσδήποτε

το όνειρο δεν κάνει πλέον ούτε για προσάναμμα

καλά μου τα ‘λεγε η μάνα μου:
ότι αυτός ο δρόμος δεν θα βγάλει πουθενά
και σκοτωμένα λόγια βλέπω μες στα μάτια σου
σε άγγιξε το τίποτα την ώρα που σε γένναγα
όποτε πάρε την ευχή μου
                                           κι ετούτα τα σπίρτα

Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα
(διόλου δεν τρέμανε τα χέρια μου)
τότε εμφανίζεται ο Ισίδωρος
        «Μη!» φωνάζει
        κι αρπάζει τα σπίρτα
«πάρε τα γάντια μου να προκαλείς
        το σκότος και το φως
το μπαστούνι μου να μην γλιστράς
στις αϋπνίες σου
                        και λοστός είναι
και πάρε το ημίψηλο καπέλο μου
το είχα αντί για άγγελο
δεν ξέρεις πόσες κραυγές χωράει στον πάτο του

και προτού κάνεις οτιδήποτε
κοίτα να γυαλίσεις τα παπούτσια σου, τσόγλανε»
«Δεν σε αναγνωρίζω Ισίδωρε» του λέω
«εγώ -»
«όχι» μου λέει
«μπήκαμε στο θαύμα γονατισμένοι
τουλάχιστον να βγούμε σαν κύριοι»

(Ισόπαλο τραύμα)

 

Leave a Comment