June 28, 2020

Με τη βοήθεια του Χριστού – Ε. Μύρων

By In ΝΕΕΣ ΦΩΝΕΣ

Ο Χριστός ήταν έκτος στη σειρά όταν τον έσπρωξε με τον αγκώνα ο Μαρτίν – ο τρόφιμος από την Αλβανία που ήταν δεν ήταν ένα εξάμηνο μέσα γιατί είχε χαϊδέψει ένα παιδάκι το καλοκαίρι στη θάλασσα: ο Χριστός τον κοίταξε στοργικά και του άφησε τη θέση του. Ύστερα ήρθε η Μάνια, μία μισότυφλη σχιζοφρενής τεραστίων διαστάσεων: κοντά στα δύο μέτρα και πάνω από 150 κιλά – (καλά, αυτή θα τον έσπρωχνε έτσι κι άλλιώς_ _).
Όταν έφτασε η σειρά του είχε μείνει τελευταίος μιας και είχε παραχωρήσει τη σειρά του, οικειοθελώς και μη, στους άλλους:
– Καλή μου νοσοκόμα, μη μου τα δίνεις_ _ έτσι κι αλλιώς τά μετατρέπω σε καραμέλες.
– Το ξέρω – έλα άνοιξε το στόμα σου.
Είχε μόλις πιάσει βάρδια και το τελευταίο που ήθελε ήταν να πιάσει κουβέντα με τους τροφίμους και να κρυώσει ο καφές της.
– Μάλιστα, καλή μου.
Τα κατάπιε χωρίς δισταγμό. Τo κίτρινο  Aloperidin, τα λευκά Dipiperon, Seroquel και Depakine, το ροζ Stedon και το Solidon (αυτό μοιάζει πράγματι με καραμέλα_ _) βρισκόταν στο στομάχι του κι άρχιζαν τη βόλτα τους μέχρι τους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου.

Η προσευχή του κράτησε λίγο. Ροχάλιζε – το Tavor υπερίσχυσε. Δεν άκουσε καθόλου τα ουρλιαχτά της δεμένης Μάνιας που ξεπερνούσαν τα κάγκελα του 10ου τμήματος του Ψ.Ν.Α. και εκτοξεύονταν σα μεταλλικά βλήματα σε όλη την έκταση του νοσοκομείου. Ούτε την αγόρευση του διπλανού του, του κυρ Παντελή, περί συνομωσίας των κομμουνιστών εναντίον του. Ο κυρ Παντελής είχε μανία καταδίωξης αλατισμένη με λίγη άνοια: κοιτούσε συνεχώς προς το παράθυρο όπου είχε σφηνώσει στα κάγκελα κουτιά αναψυκτικών ώστε να μην τον παρακολουθούν τα περιστέρια και μεταφέρουν τις ιδέες του στην Παπαρήγα. Δεν είχε κορδόνια στα παπούτσια του, δε φορούσε τίποτα κόκκινο πάνω του ποτέ και φώναζε στους γιατρούς “Στα τσακίδια_ _ ουστ απο ‘δω, πράκτορες!”.

Το πρωί, όταν όλοι έπιναν καφέ, κάπνιζαν και αλληλομπιλεκώνονταν ο Χριστός περπατούσε πάνω κάτω στο διάδρομο – που είχε στην αρχή και στο τέλος του από ένα μεγάλο παράθυρο και κατά μήκος του τέσσερα γραφεία ιατρών στην αρχή, ένα μικρό δωμάτιο για τις νοσηλεύτριες και έπειτα τα δωμάτια των ασθενών. Πρέπει να ήταν γύρω στα 100 μέτρα και είχε μόνιμα την μυρωδιά χλωρίνης εμπλουτισμένης με κάτουρο κι εμετό. Α, μη ξεχάσω, ο Χριστός έτρωγε μόνο το μεσημέρι και μόνο μετά τα καντήλια της προϊσταμένης: όσπρια και σαλάτες – αποκλειστικά.

Τον σταμάτησε ο Παναγιώτης κρατώντας το λαιμό του:
“Τι έχεις τέκνον μου;” ατάραχος και ζεν ο τύπος_ _ έπαιζε με τις άκρες των μακριών ξανθών μαλλιών του.
– Με_με_ με_ _ καίει το οξυγόνο στο λαιμό! Με_με_ τρώει! Κάνε_ κάνε κάτι, Μεγαλειότατε! φώναξε ο Παναγιώτης πανικόβλητος και κατακόκκινος.
– Άνοιξε το στόμα σου, του είπε μειλίχια.
Άνοιξε το στόμα του ο Παναγιώτης και ο Χριστός φύσηξε απαλά μέσα του.
– Με έσωσες πάλι! Σ’ ευχαριστώ!_ θέλω να γίνω μαθητής σου!_ και του φίλησε τα πόδια. Ο Χριστός συνέχισε την τσάρκα του γελώντας αυτάρεσκα – μέχρι που τον σταμάτησε, λίγο πιο κάτω, η προϊσταμένη:
– Ετοιμάσου_ _βγάλε αυτά τα ρούχα επιτέλους και πάμε για εξετάσεις αίματος.

Η αλήθεια είναι πως είχε αποκτήσει κάμποσους θαυμαστές. Τα καθημερινά του “θαύματα” είχαν πείσει αρκετούς κι έτσι απολάμβανε τη θέση του Θεού μέσα στο τμήμα.

Με το τσιγάρο σφηνωμένο στα μουσταρδί από τη νικοτίνη δάχτυλά του ο Μαρτίν μιλούσε στην Μάνια η οποία δεν άκουσε λέξη, ως συνήθως – το μυαλό της ταξίδευε χαμένο σε κάποιο λαβύρινθο – δίχως διέξοδο:
– Το ανθρώπινο ον βρήκε μια κλειδαρότρυπα στην εξέλιξη και παραβίασε τη φύση. Αυτή η παραβίαση λέγεται υπερσυνείδηση. Ο μόνος τρόπος επίβιωσης, λοιπόν, είναι η μείωση της νοημοσύνης και της συνειδητότας: απόδειξη; ιδού: Ο Έλληνας!
– Άσε μας ρε παπάρα με τις φιλοσοφίες σου! Ακούστηκε από κάποιον που παρακολουθούσε το τάβλι ανάμεσα σε δύο τροφίμους.

Ο Παναγιώτης πάλι καίγονταν στο λαιμό. Το πάθαινε 4 με 5 φορές μέσα στη μέρα. Έψαχνε παντού τον Χριστό: ρώτησε τους πάντες. Μια νοσηλεύτρια προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντας του πως είναι για εξετάσεις και θα έρθει σε λίγο. Τον έβαλε να ξαπλώσει στο δωμάτιό του και του έδωσε ένα ταβοράκι. Την ίδια ωρα ο Χριστός επέστρεφε από το μικροβιολόγικο με τη συνοδεία της προϊσταμένης. Πράγματι τα ρούχα που φορούσε ήταν ξένα πάνω του.

Πήγε η νοσηλεύτρια στο δωμάτιο του Παναγιώτη να δει πως είναι κι αυτό που αντίκρισε της έκοψε την ανάσα – πάγωσε. Ο Παναγιώτης ήταν κρεμασμένος.
Είχε ξεσυνδέσει το καλώδιο του air condition, το είχε τύλιξει στο λαιμό και πήδηξε από το κομοδίνο του.
– Τον κάλεσε ο Κύριος, είπε λίγο αργότερα ο Χριστός χαρούμενος.

– Παπαριές, τον έφαγαν οι κομμουνιστές, είπε ο κυρ Παντελής.

 

Ε. Μύρων

Leave a Comment