March 22, 2020

‘Η Κάθοδος των Εννιά’: Θανάσης Βαλτινός

By In ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ, ΝΕΕΣ ΦΩΝΕΣ

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης*

«Τόσο όνειρο, ε; Τι τα σκαλίζεις; Δε σε τρώει από μέσα σου; Μην ψάχνεις να βρεις άκρη. Τόσο αίμα. Κι ύστερα να μην έχεις που να φτάσεις» (Θανάσης Βαλτινός, ‘Η Κάθοδος των εννιά’).

‘Η Κάθοδος των Εννιά’ του Θανάση Βαλτινού, δύναται να συμπυκνώσει την ιστορία, ή, να προσδιορίσει την μίκρο-ιστορία εντός του πλαισίου της μάκρο-ιστορίας.

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο (και οι προεκτάσεις του), αναδύεται ενσώματος μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, καθώς και η αόρατη και ορατή πίεση ενός γίγνεσθαι νικητών, η ιδιαίτερη αθεμιτουργία του περίγυρου: αθεμιτουργία των εννέα απέναντι στους άλλους, απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό, η αθεμιτουργία επί του χώρου: κάθε βήμα, μικρό ή μεγάλο, και μία λέξη, μία σφαίρα, μία σιωπή, η συνειδητότητα του ιστορικού ‘παιγνίου’, οι όροι των νικητών, η ‘εξορία’ &  ο θάνατος ως συμβολική και ως έμφορτη μνήμη.

Τα επίδικα της τομής νίκη/ήττα επενεργούν.

Η αλληγορία και ο συμβολισμός της ‘Καθόδου στον ‘Άδη’ προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ‘σύλληψης’ του ‘ανοίκειου’, ‘παιγνίου’ με την πολιτική της αγωνίας, επανεγγραφής ενός Νόμου που δύναται να επέλθει ως ‘μοίρα’.. Ένα ιδιότυπο ‘καθεστώς’ διερωτήσεων ανακύπτει: Ποιο είναι το όριο της πράξης; Το αμφίδρομο όριο του Εμφύλιου πολέμου; Η ιδεολογία της κινητοποίησης; Ο θάνατος επί και με την συμβολοποίηση; Τι σημαίνει απονομή ‘δικαιοσύνης’ με τον τροπικότητα της επιδίωξης ‘σωτηρίας’; Λειτουργεί ο χώρος ως ‘εξορία’ & εξιλέωση; Ποιος είναι ο ‘ίμερος’ της ίδιας της πράξης;

Οι Εννέα δια-τρέχουν τον χρόνο με το όπλο παρά πόδα, έτοιμοι για την ‘θυσία’, για το δικό τους τέλος, με τον τρόπο της υπενθύμισης..

Η πρώτη & η τελευταία πράξη του χορικού. Η αναπαράσταση του εμφύλιου σε μία κρίσιμη στιγμή. Σε μία μοναδική στιγμή. Διότι ‘ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν την σιωπή’ (Γιάννης Ρίτσος).

‘Η Κάθοδος των Εννιά’ του Θανάση Βαλτινού, παλινδρομεί στο πεδίο της ιστορίας, φέρει το εύρος & το ‘βάρος’ του Εμφύλιου πολέμου, προσδιορίζει την έκθεση στο χώρο και στο λόγο,  με το βάρος να δίνεται στον ένα και στους εννέα.

Η ομάδα των εννέα δύναται να ‘ενσαρκώσει’ μία ιστορία ‘αφιερώσεων’, πεδία ‘θρυμματισμένων’ οραμάτων, την ήττα που αναπαράγει και, την ίδια στιγμή, κλείνει έναν κύκλο: η τριετία 1946-1949 ως συμβολισμός & ως συμπύκνωση της ιστορίας & της πρόσληψης της.

Σε έναν χώρο που ‘μετουσιώνεται’ σε εξορία, οι εννέα συν-διαλέγονται με τον θάνατο, (‘κεράσανε ρακί τον θάνατο’, για να παραπέμψουμε πάλι στον Γιάννη Ρίτσο), με το φάσμα, ενώπιον του Νόμου και του τραγικού κύκλου, μίας ήττας που προσδιορίζεται από την σφαίρα και την τελευταία σφαίρα, από έναν κύκλο γύρο από τον εαυτό.. Η λέξη καθίσταται προσιτός ‘τόπος’, η γλώσσα μυεί.

Το όπλο μένει παρά πόδα ενώ επέρχεται το χορικό των ‘ζωντανών νεκρών’, το τραύμα.

Ο Θανάσης Βαλτινός επανεγγράφει διφυώς (λογοτεχνικά) την ιστορία: δίνοντας ‘φωνή’ στο ‘ανώνυμο’ σώμα και στην ‘ανώνυμη’ λέξη. Διότι ο Εμφύλιος πόλεμος καθίσταται και αυτό που παρέμεινε ανείπωτο: η μαρτυρία & η διάθλαση της ιδέας.

«Ως το μεσημέρι ψάχναμε για νερό. Στο τέλος βρήκαμε κοντά σε κάτι αμπέλια. Ήταν ένας βράχος υγρός γεμάτος μούσκλια κι από μια σκισμή έσταζε κάθε τόσο. Ο Μπρατίτσας έβαλε το παγούρι του να γεμίσει κι όσο να πιάσει λίγο, παίρναμε μούσκλια και βρέχαμε τα χείλια μας. Σε λίγο ήπιαμε από μια γουλιά και ξαναβάλαμε το παγούρι. Φύσαγε λίβας. Ερχότανε καυτός απ’ τη μεριά του και η γη μπροστά μας ασφυκτιούσε. Σα να ‘λιώναν οι αδένες της. Πέσαμε δίπλα δίπλα στη ρίζα του βράχου και περιμέναμε να γεμίσει το παγούρι. Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι. Μπροστά μας τ’ αμπέλια και οι συκιές που τα παράστεκαν στις άκρες ωρίμαζαν μια γλύκα αβάσταγη. Ο Μπρατίτσας σηκώθη πήρε το παγούρι. Το ‘δώσε πρώτα στον Νικήτα, ύστερα σε μένα. Ήπιε και ο ίδιος».[1]

Στο μεταίχμιο δύο εποχών, τα υποκείμενα συν-διαλέγονται με τον χώρο, με την δίψα, με την «δίψα» της μόνης λέξης, με  την «δίψα» αυτού που αποκόπτεται/φεύγει και αυτού που επέρχεται.

Παγιδευμένοι στο παρόν, προσδιορίζουν ένα μέλλον που εκφεύγει, που καθίσταται ‘ερείπιο’, αναζητώντας το εύρος της ιστορικής γνώσης: «Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι».

Η ομάδα, πρακτικά όσο και αλληγορικά, παγιδεύεται στον χώρο-γνώση, στο όριο της «δίψας» για το, εκείνη την στιγμή, εφικτό: φόνευση, «πατροκτονία» των όρων. Τα υποκείμενα αποφαίνονται.

Ο συγγραφέας συγκροτεί τις σημάνσεις της έκκεντρης νεότητας, η οποία δια-κρατεί το βάρος της αξίωσης, σε έναν χώρο που «εδαφικοποιεί» βεβιασμένες προθέσεις: των ιδίων, των περιώνυμων εννέα και των άλλων.

Η ‘Κάθοδος των Εννιά’ συνιστά ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό είδος συμπύκνωσης: Συμπύκνωσης του χρόνου σε ένα συμβάν, μοναδικό και σφαιρικό συνάμα, συμπύκνωση της πολιτικής: θέαση και πράξη, πράξη ενώπιον ενός ‘Νόμου’, που, ως άλλος «πατέρας», ή «μητέρα» των αξιώσεων, επέρχεται και ‘τιμωρεί’.

Δίχως τις προκείμενες της γραμμικής αφήγησης, το διήγημα του Θανάση Βαλτινού συνιστά «τόπο» που δύναται να αρθρώσει εντάσεις, συνυφαίνοντας παράλληλα την μεταφορά με την αλήθεια: μία ομάδα ενώπιον της Πολιτείας, του οράματος & της διάψευσης του, ενώπιον των διαρκών συν-ακροάσεων, του στοχασμού για το αίμα ως μήνυμα, ως ανάθεση & φορά.

Όπως τονίζει ο Maurice Blanchot: «Στην εργασία του πένθους δεν εργάζεται η οδύνη: η οδύνη παραμένει σε επαγρύπνηση».[2]

Ένα παίγνιο με τους συμβολισμούς, με την ιερότητα των ‘τοτέμ’ και την «βεβήλωση» τους.. Μία «ρακί με τον θάνατο» ως ‘παρουσία’ και απώλεια.

Ο Θανάσης Βαλτινός, στην ‘Κάθοδο των εννιά’, συγκροτεί έναν χώρο ή χώρους μίας επάλληλης και ιδιαίτερης εξορίας, τέμνει το προσωπείο της ιστορίας, το εύρος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

Στην Πελοπόννησο, η ομάδα μαχητών του τοπικού Δημοκρατικού στρατού, ‘παγιδεύεται’ σε έναν κύκλο αναπαραγόμενης συμπίεσης, φέρει τον κλοιό της ιστορίας & της επερχόμενης ήττας, μετατοπίζει-εναλλάσσει τα όρια μεταξύ του βίου & του ‘απαγορευμένου’ θανάτου.

Στο μίκρο-πεδίο της μάχης & της αφιέρωσης, ανακύπτουν οι λέξεις, ένα ιδιότυπο ‘δίκτυο’ των λέξεων, ο προσδιορισμός του απροσπέλαστου χώρου και της προσπελασιμότητας-διαπεραστικότητας μίας προσίδιας, ιδιαίτερης ‘Οιδιπόδειας’ γνώσης: η γνώση &η αίσθηση του ελευσόμενου θανάτου, με και δίχως ‘ρίζα’.

Ενώπιον του Νόμου, η φορά του ανθρώπινου, η ‘Κάθοδος στον Άδη’ των συμβολισμών, η ‘Κάθοδος’ στις αντανακλάσεις της δοκιμασίας, στην ‘αρχειοθήκη’ της μνήμης, στις προκείμενες της διάψευσης των προσδοκιών, του μείζονος οράματος.

Ο συγγραφέας αναπλαισιώνει το χώρο & τις εκφάνσεις του, διαμεσολαβεί τις πλαισιώσεις της αθεμιτουργίας, προσδίδει και ‘προδίδει’ τη λέξη (και την εννοιολόγηση της), ώστε να ακουστεί συνειρμικά, η φωνή, οι ιδέες πρόσδεσης στο άρμα της ιστορίας, της ελληνικής ιστορίας εκείνης της φορτισμένης περιόδου.

Υπό αυτό το πρίσμα, εισέρχεται στο ‘βορρόμειο κόμβο’ της ιστορίας, ( το ‘chainoeud’ του Λακάν), τον/ την ανα-καλεί, και, εξερχόμενος, δια-κρατεί το ‘αντίδωρο’ της μαρτυρίας, του ίδιου και του άλλου μεσσιανικού & γειωμένου οράματος, το αίμα ως σήμανση, την λέξη και την μάχη ως ερμηνεία, την νεότητα των μαχητών ως άρθρωση του ερωτικού ίμερου.

Η κάθε κίνηση των εννέα δύναται να καταστεί εγκάρσια τομή, ρηγμάτωση του οικείου και του ανοίκειου χώρου, ‘παίγνιο’ με το φαντασιακό της παγίδευσης και του συμβολισμού ή του σημαίνοντος του φαύλου κύκλου, καθώς και με το φαντασιακό της ‘απελευθέρωσης’ από την ιδιότυπη ‘εξορία’ που βιώνουν.

Η τομή καθίσταται επενεργούσα ιστορία, ‘σύλληψη’ της συντροφικότητας ως απαρχή και ‘μύηση’, σώμα και άτυπο κοινωνικό ‘σώμα’ του & επί του εμφυλίου πολέμου. Ο ‘βορρόμειος κόμβος’ συνιστά το αντεστραμμένο είδωλο  του ‘βέβηλου’ ( η βεβηλότητα) τραύματος.

‘H Kάθοδος των Εννιά’, προσδιορίζει & προσδιορίζεται, δύναται να αποκρυσταλλωθεί στα χάσματα του καιρού.

——————————————-

[1] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Η Κάθοδος των Εννιά’, Δέκατη Τρίτη Έκδοση, Βιβλιοπωλείον Της Εστίας, Αθήνα, 2015, σελ. 61-62.

[2] Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά, ‘Σκέψεις για την πολιτική του πένθους: Προς μια αντιεθνικιστική φεμινιστική πολιτική στην εποχή της αυτοκρατορίας’,  στο, Αθανασίου Αθηνά, ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια γι το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 227.

*Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι Πολιτικός Επιστήμονας,  διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι επιστημονικός συνεργάτης της ΓΣΕΒΕΕ.  Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα είναι: θεσμοί κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης (πολιτικά κόμματα), Θεωρία του Κράτους, κοινωνικά κινήματα, ποίηση και κριτική λογοτεχνίας.

Leave a Comment