December 28, 2019

Ανέστης Ευαγγέλου – Έρημο Στρουθί

By In ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Γράφει ο Ε. Μύρων

Ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη

 

Γραμματολογικά ο Ευαγγέλου (1937-1994) ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Ο τόσο αμφισβητημένος (και αμφισβητήσιμος..) τεμαχισμός της ποίησης σε «γενιές» έχει απασχολήσει όλους τους κριτικούς λογοτεχνίας. Ωστόσο μπορούμε να αντλήσουμε κάποια χρήσιμα στοιχεία για τη συνέχεια τα οποία θα αποτελέσουν ένα επιπλέον βοήθημα για την πληρέστερη ανάγνωση των ποιημάτων.

Μια παιδική ηλικία σημαδεμένη από την Κατοχή και την Αντίσταση και στη συνέχεια μια εφηβική ηλικία κατάστικτη από τις σφαίρες του Εμφυλίου δεν μπορεί παρά να περάσει και στην ποίηση…

Στην καταφρόνια και στη φτώχεια

Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου–
μην το ξεχνάς.
Κι αν τώρα
τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός
και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου
και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς
και δυο γλυκές κουβέντες–
μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά
και μιαν αγάπη για τους στερημένους.

Το διάλειμμα (1976)

Ο Ευαγγέλου δεν κρύβει νοήματα, δεν έχει αινιγματώδεις καταπακτές στους στίχους του, είναι ειλικρινής, ευθύς και εξομολογητικός. Μας εμπιστεύεται. Σε όλα τα ποιήματα μάς μιλάει κάποιος που ζει μέσα στην απομόνωση, στην ψυχική και σωματική στέρηση, στην ερημιά. Καταδικασμένος σε έναν ατέλειωτο μονόλογο, χωρίς έναν έστω συνομιλητή…

Αν θρηνώ

Αν θρηνώ
δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου
και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη
(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)
δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο
που μου νυχτώνει την όψη∙
είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,
βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις
έτοιμες από καιρό, νοήματα
που δεν μπορούν να βγουν
αφού εσύ
δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.

Περιγραφή εξώσεως (1960)

Νιώθει εξόριστος, ακόμα και στο ίδιο του το σαρκίο, ωστόσο, κάτι μέσα του ακόμα σιγοκαίει, κάτι του λέει πως κάπου εκεί έξω υπάρχουν συνοδοιπόροι…

Είναι πολλοί

Είναι πολλοί που ουρλιάζουνε τις νύχτες
κι άψογοι, την ημέρα, περιφέρονται ανάμεσά μας,
πολλοί μ’ έν’ αναμμένο σίδερο μες στο μυαλό
κόκκινο σίδερο κάτω απ’ το δέρμα.

Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.

Μέθοδος αναπνοής (1966)

…και πως μέσα στα χαλάσματα και στα ερείπια, αν ψάξει καλά, κάτι θα βρει…

Τα υλικά της χαράς

Ανάμεσα από σωρούς σκουπιδιών, ερειπίων, θανάτων
και ποταμούς δακρύων,
λάμπουνε καταχωνιασμένα, ελάχιστα,
τα υλικά της χαράς.
Ψάχνε
με υπομονή και πίστη απέραντη
καθώς τα πετεινά τ’ ουρανού σε χιονισμένον
έρημο κάμπο
και μάζευέ τα πετραδάκι πετραδάκι.

Το διάλειμμα (1976)

Ανέστης Ευαγγέλου

Μαζί με τους Πρόδρομο Μάρκογλου και Τόλη Καζαντζή

Μήπως η επιλογή ψευδωνύμου αντί του «ληξιαρχικού» του ονόματος (Ανέστης Παπαδόπουλος λένε τα επίσημα χαρτιά…) μας λέει κάτι; Θα μπορούσα να ρισκάρω μια υπόθεση: ο ποιητής επιλέγει τον προσωπικό του δρόμου ακόμα κι εκεί. Ασφυκτιά σε κάτι που του έδωσαν άλλοι, θέλει την δική του υπογραφή. Βέβαια, ο Ευαγγέλου το αποδίδει σε άλλους λόγους «(…)η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα με την ποίηση, εθεωρείτο ίδιον… μη σοβαρού ανθρώπου την εποχή εκείνη, και οι ποιητές ζούσαν περίπου ως παράνομοι και παρίες του κοινωνικού περιθωρίου»

Σίγουρα υπάρχουν και περιπτώσεις που το ψευδώνυμο επελέγη για αισθητικούς λόγους, όπως στην περίπτωση του Ελύτη (Αλεπουδέλης…), όμως κάθε αληθινός ποιητής, όντας φύσει αναρχικός, δεν μπορεί να αντέξει οτιδήποτε δεν επιλέγει η συνείδησή του…

Πρόλαβε, ποίηση

Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας
να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω
οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με
κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ–
τούτη την ύστατη ώρα
πρόλαβε, ποίηση
λέξεις
αίμα από το αίμα μου
από τη σάρκα μου σάρκα
πρόλαβε, ποίηση
πριν έρθει η νύχτα
να διασώσω κάτι από το πρόσωπό μου.

Περιγραφή εξώσεως (1960)

Για κάθε έναν που βυθίζεται στα μύχια της ψυχής του η υπαρξιακή αγωνία είναι αναπόφευκτο… συναπάντημα. Πόσο μάλλον για έναν ποιητή που φτάνει στα βαθύτερα στρώματα του Είναι από οποιονδήποτε άλλον – για να θυμηθούμε τον Φρόιντ. Ίσως γι’αυτό ο Πάουντ ήθελε τόσο πολύ εκείνη τη δουλειά στο καπνοπωλείο…

Ενδοστροφή

Ποιος είμαι λοιπόν εγώ και ποιον
σκοπό εξυπηρετεί η ύπαρξή μου;
Η άγνωστη δύναμη που απ’ το βαθύ
σκότος μάς σπρώχνει σε διάλειμμα φωτός
για να μας πάρει πάλι το σκοτάδι
γατί το ’κανε αυτό για μένα.
Την παρουσία μου τι δικαιολογεί
ποιος απόκρυφος σκοπός, ακατανόητη
βούληση ποια, ικανοποιείται και πώς
το ακατανόητο τούτο νοητό να το κάνω
για να καταλάβω τη σημασία μου και να υπάρξω.

Αν τρόπος υπάρχει να μου φανερωθεί το μυστικό
θα ’στεργα σ’ όλα τα μαρτύρια, την πάσα
αθλιότητα πρόθυμος να δεχτώ· θα τα ’δινα
όλα, κι αν όλα ωστόσο δεν έφταναν, και το πιο
πολύτιμο: την ψυχή μου.

Αλλά μήπως
δεν είν’ έτσι τα πράγματα, μήπως
μυστικό δεν υπάρχει κι ό,τι ως τώρα
μυστικό λέγοντας εννοούσα δεν είναι
παρά της φαντασίας μου πλάσμα, ή ακόμα, μήπως
το ίδιο αυτό που με κάνει να ρωτώ
κι αιτία έγινε να γραφούν αυτοί οι στίχοι
είναι το ίδιο, που γυρεύω να βρω, μυστικό;

Κόκαλά μου
σώμα μου θαυμαστό που υπάρχεις και σε ψηλαφώ
μέλη που με τη βέβαιη σας ψαύω αφή μου, κι εσύ
δύναμη μυστική που όλα τα κύτταρά μου διατρέχεις,
αφού πια δεν υπάρχουν θεοί για να μ’ ακούσουν
βοηθήστε με, τούτη την έσχατη ώρα, της ύπαρξής μου
την ισορροπία μη χάσω, μη διαλυθώ.

Τα ποιήματα (1956-1970)

Έτσι, εν μέσω ερειπίων και χαλασμάτων, η καταφυγή στη τέχνη είναι μονόδρομος. Συγκεκριμένα στην ποίηση ψάχνει ο Ευαγγέλου το νηπενθές φάρμακο. Κάτι ήξερε ο Αλεξανδρινός που έγραφε:

(…)

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

(Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.) 

Όσο κι αν τον έχει βασανίσει στέκει μοναδική παρηγοριά για τον Ευαγγέλου:

Θηρίο αγαπημένο

Θηρίο αγαπημένο, πόσα χρόνια
περάσαμε μαζί, τι νύχτες
και τι αυγές, τι μεσημέρια,
τι απόβραδα.
Τι αίμα ήπιες,
θηρίο μου, τι σάρκα έφαγες,
τι σπλάχνα σπάραξες ζεστά,
αχόρταγο πάντοτε και διψασμένο,
ακόρεστο–
κι εγώ ο τρελός ακόμα σ’ αγαπώ.

Αφαίμαξη ’66-’70 (1971)

Ανέστης Ευαγγέλου Ε Μύρων
Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να ακούσουμε τι έχει να μας πει και ο Μίλτος Σαχτούρης…

Τὰ Γράμματα

Θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα
ἔριξες τὸ χρυσό σου δαχτυλίδι μὲς στὴ
θάλασσα
στὴν ἀμμουδιὰ μὲ τὸ νεκρὸ κρανίο
κι ὅλα τὰ βουλιαγμένα καράβια βγῆκαν
στὸν ἀφρὸ
κι ὁ καπετάνιος ζωντανὸς
κι οἱ ναύκληροι νὰ χαμογελᾶνε

εἶπα θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα

καὶ στὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου τοῦ προγονικοῦ
ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου
κουνᾶνε τὰ μαντήλια τους καὶ χαιρετᾶνε

τὰ ποιήματά μου ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ
τὰ διαβάσουν
ἔχουν ξεχάσει νὰ διαβάζουν
λένε τὸ κάπα ἄλφα καὶ τὸ δέλτα ἔψιλον

καὶ σὺ μοῦ εἶπες ψέματα
στὸν τόπο αὐτὸ τοῦ κόκκινου γελαστοῦ
κρανίου μὲ ξεγέλασες
γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σὲ γέλασα
καὶ μὲ πιστέψατε

κατάρα μὲ τὶς ἑφτὰ σκιὲς

πάντα θὰ γράφω ποιήματα

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

Ο Ευαγγέλου προσπαθεί να εκφραστεί και, στις περισσότερες περιπτώσεις, το πετυχαίνει με μια θαυμαστή οικειότητα. Τα εργαλεία του απλά, καθημερινά, αφτιασίδωτα…

Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,
ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.

Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ
ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,
τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός
του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα
κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.

Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,
τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα
στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,
μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.

Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987)

Η ποίηση είναι παράνοια για ένα θαυμαστικό, σχιζοφρένεια για ένα κόμμα κι ο ποιητής είναι ο μεσολαβητής που μας οδηγεί στον Κόσμο. Είναι υπεύθυνος να ψάξει μέσα στα νεοπλάσματα και να μας ανακοινώσει τα αποτελέσματα της θεότυφλης αυτής μάχης κι όχι να κλειστεί στο ιδιωτικό δωμάτιο ενός προσωπικού καημού, το βεληνεκές του οποίου φτάνει τα όρια της αφέλειας…

Ένας που πείστηκε – Ανέστης Ευαγγέλου

Σώπασαν μέσα του πια οι κραυγές του σπαραγμού
κι οι τελευταίες εστίες αντιστάσεως.
Δεν υπάρχει πλέον, δεν επαναστατεί,
τα ρούχα του δε σκίζει, ουδέ χτυπιέται,
τις νύχτες δεν ουρλιάζει απελπισμένα.

Ακόμα και σ’ Αυτόν, όπου συχνά στο παρελθόν,
σαν τελευταία ελπίδα, είχε προσφύγει,
δεν έχει πια καμιάν εμπιστοσύνη-
άλλωστε είχε κωφεύσει συστηματικά.

Φρόντισε, βέβαια, η ζωή στο μεταξύ και με σοφές
δόσεις, του στράγγιξε μεθοδικά όλο το αίμα,
τον έπεισε τελειωτικά.

Ένας παραιτημένος τώρα, ένας σιωπηλός,
δίχως σκληρές γραμμές, δίχως χαρακτηριστικά,
με μια αδιόρατη, πικρή γραμμή, μόνο στα χείλη,
αδιάφορος, γαλήνιος κι ευτυχισμένος.

Τα ποιήματα 1956-1993, Εκδόσεις Kαπάνι (2007)

Παραίτηση; Ναι, όμως για να δούμε και πιο μέσα. Για κάποιους η ελευθερία ξεκινά όταν τελειώνει η λαχτάρα για… ελευθερία. Μην ακούτε αυτά τα ηχηρά που κάνουν μόνο για μότο ρομαντικών ψυχών στο facebook, ὀπως: επτά φορές να πέσεις, οκτώ να σηκωθείς ή άλλα τέτοια παρόμοια που δεν προσφέρουν τίποτα και μόνο μας κουράζουν με την κοινοτοπία τους. Όπως κακοί στίχοι μας βαραίνουν τα βλέφαρα με την… αβάσταχτη ευκολία τους ή την πληκτική χρηστομάθειά τους. Πέφτω πάνω σε πολλούς στίχους ποιητών, οι οποίοι είτε είναι κενοί νοημάτων και στοχασμού είτε κακέκτυπα άλλων ποιητών, που αναπαράγουν τσιτάτα που θα εξόργιζαν και τον… Κοέλιο.

Φτάνεις την πραγματική αλήθεια όταν η ζωή σού διαψεύσει όλα τα πλασματικά όνειρα ή ό,τι σου έχουν φορτώσει για όνειρο στην πλάτη. Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας δεν είναι παραίτηση, είναι αυτογνωσία. Κι αυτός είναι ο ρόλος της ποίησης, να στέκεται αλλεργική στον κομφορμισμό και να σαλπίζει την αλήθεια. Υπάρχει η ποίηση των καρτ ποστάλ, υπάρχει ο Καρυωτάκης κι ο Ρεμπώ. Επιλογές…

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987)

1 Comment
  1. Avatar
    M. Μενελάου December 29, 2019

    “Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
    που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.”

    Eξαιρετική παρουσίαση, ενός ποιητή άγνωστου σχετικά, αλλά με τόσο σπουδαίους στίχους. Ας διαβάζουμε συνεχώς ποίηση καλή. Είναι το υπέρτατο φάρμακο…

    Reply

Leave a Comment