September 10, 2020

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας – Τάσος Λειβαδίτης

By In ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ, ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

(απόσπασμα)

 

Νύχτωνε γρήγορα.

Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή

και πόλεμο.

Τα τραίνα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά

μόλις προφταίναμε πίσω απ’ τα τζάμια να τους δούμε…

Και το βήμα της περίπολος

έπαιρνε τη σιωπή απ’ το δρόμο κι απ’ τον κόσμο την ζεστασιά….

Που πάνε τόσα παιδιά;

Κ’ εκείνος ο ξανθός ομπρελάς που τραγουδούσε τα πρωινά

ντουφεκίστηκε

κι ο περιπτεράς που μας άπλωνε τα ρέστα χαμογελώντας

ντουφεκίστηκε

και το παιδί που μας ζύγιζε τα κάρβουνα -το θυμάσαι

αλήθεια

ντουφεκίστηκε.

Το καρότσι του αναποδογυρισμένο σε μια γωνιά….

Σε όλους τους τοίχους απόψε τουφεκίζεται η ζωή…

Μ’ αγκάλιαζες

μα εγώ πάνω απ’ τον ώμο σου κοίταζα το δρόμο.

Κι’ όταν θέλαμε να μιλήσουμε σωπαίναμε ξαφνικά.

Αφουγκραζόμαστε από τ’ ανοιχτό παράθυρο μακριά

το βήμα των μελλοθανάτων…

Οι άνθρωποι ρίχνουν βιαστικά στο μπόγο τους όλο το

σπιτικό τους

γιατί όλο τους το σπιτικό δεν είναι

παρά λίγο ψωμί, ένα ενθύμιο κ’ η αγάπη τους στη ζωή.

Ύστερα φιλιούνται και χάνονται μέσα στη νύχτα…

Έπειτα, συνεχίζει αποκαλύπτοντάς μας τις συνθήκες του

στρατοπέδου, όντας και ο ίδιος ένας από τους στρατιώτες που

αγωνιούσαν για το μέλλον. Η ποίηση του στρατοπέδου εμποτισμένη

με το θάνατο, αλλά και με την ελπίδα του Εμείς.

Έλεγες πως θα πέθαινες

ίσως να ‘χες κιόλας πεθάνει

τόση είταν η νύχτα κ’ η βροχή

ο άνεμος, οι πληγωμένοι

όταν ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι

και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Κ’είταν σα να’χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη….

Και νιώθεις πως δε θα ‘φτανε ο κόσμος

να χωρέσει τούτο το τρύπιο αντίσκηνο

πως θα’φτανε όμως η καρδιά σου να χωρέσει όλον τον κόσμο…

Πόσοι σύντροφοι αλήθεια

κοντά στην ίδια λάμπα και στην ίδια ελπίδα

μπροστά στο ίδιο ψωμί και στον ίδιο θάνατο

την ώρα που κρυώναμε μας σκέπασαν με τα μάτια τους

την ώρα που πεινούσαμε μας μοιράσανε την καρδιά τους.

Κι όταν είτανε να πεθάνουνε αυτοί μας μίλησαν για την ζωή.

Τότε κ’ εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε…

Και ξαφνικά στα μάτια του συντρόφου μας που έφευγε τόσο άπλα

ξανάβρισκα τα μάτια σου, αγαπημένη…

Ναι, αγαπημένη

μπορούσα πια και σ’ έβρισκα παντού.

Άναβα τώρα τη λάμπα κ’ έτρεμα, όπως όταν την άναβα για σένα

μοίραζα το ψωμί με το διπλανό μου σα να το μοιραζόμαστε μαζί

και καθώς άπλωνα να σφίξω ένα χέρι, έβρισκα το χέρι σου

και καθώς έσκυβα ν’ ακούσω μια φωνή, έβρισκα τη φωνή σου.

Οι άνθρωποι που μας χώριζαν, οι ίδιοι τώρα σε ξανάδιναν σε

μένα….

Σ’ έχω ξανάβρει όλες τις νύχτες που δεν ήξερα αν θα σε

ξαναδώ.

Κι όταν το βράδυ πλάγιαζα στο παγωμένο αντίσκηνο

κι άκουγα την βροχή

ονειρευόμουνα

και σ’ έβρισκα.

Σ’ έβρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών

ανθρώπων.

Από την ρεαλιστική ωμότητα των στρατοπέδων και το σκληρό

παρόν, από το εμπνευσμένο συλλογικό όνειρο, στο παρελθόν και σ’

εκείνη την γυναίκα, την γυναίκα του. Οι έντονες εικόνες, η

υπερβολή, ο χαρακτηριστικός υπερρεαλισμός του ποιητή όταν

αναφέρεται σ’ εκείνη, όταν ξεπροβάλλει η ανάμνησή της. . Αυτή η

πολύστιχη παρεμβολή θυμίζει την όαση που αντικρίζει κάποιος

διψασμένος στην έρημο.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου

έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;

Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της

ένα κόσμο άδειο από σένα.

Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι

ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήτανε που αργούσες ακόμα

όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήτανε γιατί μου λείπανε

τα μάτια σου

κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα

δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήτανε

η καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;- μου

άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου

αγαπημένη μου…

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή

κάμαρα της ευτυχίας

αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω

– πόσο σου πήγαιναν…

Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα μας τα

χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου

κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρα μας.

Κράταγα τα χέρια σου

κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη…

Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι

διάβαινε στην βραδιασμένη κάμαρα

ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε

στον ουρανό όταν χαμογελούσες.

Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε,

ξεχνούσα το τρύπιο πάτωμα

έλεγα κιόλας, να, μες απ’ τις τρύπες του

όπου και να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα….

Ναὶ ἀγαπημένη μου, ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα

κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε

γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα,

ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ

ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ

ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.

Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν

ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας

πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.

Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας

μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.

Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε

φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε

φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας

καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας

φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ

καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια

φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη

φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ

μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν

νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ…

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.

Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ

τὸν ἥλιο

νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ

τριαντάφυλλα

νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα

νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,

νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς

φράχτες

νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ

ὅλες τὶς καμπάνες τους

νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ

πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ

ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο

καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει….

Κι όταν πεθάνουμε, αγαπημένη μου, εμείς δε θα πεθάνουμε.

Αφού οι άνθρωποι θα κοιτάζουν το ίδιο αστέρι που κοιτάξαμε

Αφού θα τραγουδάνε το τραγούδι που αγαπήσαμε

Αφού θ΄ ανασαίνουν σ΄ ΄έναν κόσμο, που εγώ κ΄ εσύ τον

ονειρευτήκαμε

ε, τότε, αγαπημένη, θάμαστε πιο ζωντανοί από κάθε άλλη φορά.

Αφού σε κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν

Στο ήρεμο ψωμί,

Στα δίκαια χέρια,

Στην αιώνια ελπίδα,

πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,

να χουμε πεθάνει…

(Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952, Τάσος Λειβαδίτης)

Leave a Comment