February 19, 2018

«Του Βαγορή» – Όταν η Κύπρος ξανασυνάντησε τον ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη

By In ΑΠΟ ΕΜΠΝΕΥΣΗ, ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ποίημα, «Του Βαγορή». Στίχοι Ανδρέας Παράσχος. Μελοποίηση Κούλης Θεοδώρου.

Αυτοί οι λίγοι στίχοι ταξιδεύουν πάνω από το νησί εδώ και κάμποσα χρόνια. Θυμάμαι να τους ακούω να τους σιγοτραγουδούν χείλη φίλων, συγγενών, αγνώστων, ανθρώπων που έζησαν το διπλό κτύπημα του πολέμου, μέσα σε κάτι δεκαριές χρόνια.

Ένα ποίημα κόλαση, ενδοφλέβια ενέσιμο, απ’ αυτά που συγκλονίζουν μέσα από την τραγωδία της πραγματικότητας και των γεγονότων που εξιστορούν. Αφιερωμένο στον πιο νεαρό Κύπριο ποιητή, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ο οποίος ήταν και ο τελευταίος ήρωας που απαγχονίσθηκε κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Ο Παλληκαρίδης, μόλις 18 ετών τότε, έγραφε ποιήματα στο κελί των κεντρικών φυλακών λίγες ώρες πριν να οδηγηθεί στην αγχόνη, λίγες ώρες πριν να «βγει τα σκαλοπάτια, τα σκαλοπάτια που παν στη λευτεριά», όπως ο ίδιος έγραφε. Τραγική ειρωνεία, η βασίλισσα Ελισσάβετ, έδωσε έφεση στον Ευαγόρα λόγω -δήθεν- του νεαρού της ηλικίας του, μια έφεση που όμως δεν πρόλαβε ποτέ να φτάσει στην ώρα της, με αποτέλεσμα ο Παλληκαρίδης να προστεθεί με τον πιο άδικο αλλά και τον πιο καθάριο τρόπο, στο πάνθεο των πραγματικών θεών.

Ένα χρόνο μετά τον αγώνα της ΕΟΚΑ, η Κύπρος καταφέρνει να αποκτήσει επιτέλους την πολυπόθητη ανεξαρτησία της. Θα έλεγε κανείς (όπως πολύ συγκλονιστικά έγραψε κι η μάνα του ήρωα Αυξεντίου σε σχετικό της ποίημα), πως, χαλάλι της πατρίδας τόσο αίμα που χύθηκε από τόσα αμούστακα παλληκάρια. Χαλάλι της, μιας κι ένα μόλις φθινόπωρο μετά τον αγώνα, η Κύπρος έμελλε να πραγματοποιήσει το όνειρο του Ευαγόρα και των υπολοίπων παλληκαριών, να αποκτήσει την ελευθερία της.

Η μοίρα ωστόσο, παίζει πάντα τα χαρτιά της έτσι όπως εκείνη μοναδικά επιθυμεί. Πολύ λίγα μόλις χρόνια αργότερα, ανάγκασε άλλες τόσες χιλιάδες αθώες ψυχές, να μαρτυρήσουν ξανά, να κατέβουν αυτή τη φορά τα σκαλοπάτια της λευτεριάς του Βαγορή, να χάσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν.

Το ποίημα αυτό, έχοντας φορτωμένη στις πλάτες του την ανείπωτη τραγωδία του 1974 ουρλιάζει και κατεβάζει το βλέμμα μπροστά στον ποιητή Ευαγόρα, όταν αυτός περνά απ’ τα λημέρια του, θέλοντας να δει τι απέγινε τ’ όνειρο, ελπίζοντας να ακούσει πως έπιασε τόπο τόση αγχόνη.

Και πως να πεις σε έναν ποιητή που έδωσε την ψυχή και το αίμα του για το υπέρτατο αγαθό, πως μάταια καλοδέχτηκε τη θηλιά στο λαιμό; Πως να του ομολογήσεις πως αδίκως καλωσόρισε κι εκείνος και τόσοι άλλοι, την αγχόνη στην τελευταία του ανάσα;

Τόσο αίμα, τόσα ποιήματα, τόση θηλιά, πήγαν όλα στράφι. Η Κύπρος μας, από τότε και μέχρι και τώρα, παραμένει ανελεύθερη, μοιρασμένη, ανήμπορη να κοιτάξει στα μάτια τον ποιητή και να του πει τη μαύρη αλήθεια.

Και κάπως έτσι, παππούδες, εγγόνια, αγνοούμενοι, μαζί κι ο Ευαγόρας, παίρνουν μιαν άλλην ανηφοριά, ανεβαίνουν άλλα σκαλοπάτια, κι αυτή τη φορά οδηγούνται προς την Τουρκοκρατούμενη πια Κερύνεια. Και κάπου εκεί, η μοίρα τους βρίσκει να ξημερώνονται όλοι αντάμα, στα κατεχόμενα χώματα της Καρπασίας, κοιτάζοντας να ανατέλλει ένα φως που δεν είναι πια φως, ούτε για τον Ευαγόρα, ούτε για κανέναν μας.

Άννα Ιωαννίδου
 
 
 
Του Βαγορή
 
Εννιά τζιαι δέκα τζι’ εκατόν τζιαι σιήλιοι(1) πεντακόσιοι
τ’ άρματα εζωστήκασιν(2), στον πόλεμον τζιαι πάσιν(3).
Ο πιο μιτσής(4), τριών γρονών, χαζίριν(5) τζιαι παρπάταν(6).
Τζι’ ο μιάλος(7) ήτουν εκατόν τζι’ έδειχνεν τους την στράταν.
 
Ήτουν ο γρόνος δίσεχτος, μήνας Δευτερογιούνης(8).
Τη στράταν, που πηαίννασιν(9), λαμπρόν(10) την πιάννει(11) μιάλον.
Ο πρώτος, ο μιτσόττερος(12), ελούθην(13) του κλαμάτου,
πον είσιεν(14) μάναν να το δει μήτε δικόν κοντά του.
 
Τζι’ έτσι σαν ήτουν το λαμπρόν, τζι’ ούλλα κατάπιννέν τα (15)
τζι’ ο φόος ήταν δακρυκόν τζιαι τ’ άρματα κρουσμένα,
ομπρός τους συνομπλάστηκεν(16) πέρκαλλος(17) τζείν’ την ώραν(18).
Τζι’ «ώρα καλή εφώναξεν, λαλούν με(19) Ευαγόραν».
 
Τζι’ επολοήθην(20) ο παππούς, στα εκατόν του γρόνια
τζιαι άννοιξεν το στόμαν του τζιαι λέει τζιαι λαλεί του:
«Ώρα καλή σου, Βαγορή, που’ ρτες που την αγχόνην
είμαστεν αγνοούμενοι που πάππον ως αγγόνιν (21)».
 
Πάππος, μωρόν τζιαι πέρκαλλος τα μάθκια εσηκώσαν.
Καρτσιηλατούν(22) τον Πλάστην μας, πιάννουν ευτζιήν τζιαι στράταν(23)
τζι’ εφκήκαν μιαν ανηφορκάν τζιαι στην Τζιερύνειαν πάσιν(24).
Τζι’ η νύχτα, που’ ταν βαρετή(25), έφεξεν στο Καρπάσιν.
 
 
ΓΛΩΣΣΑΡΙ:
 
(1) Σιήλιοι = χίλιοι
(2) Εζωστήκασιν = ζώστηκαν
(3) Πάσιν = πάνε
(4) Μιτσής = μικρός
(5) Χαζίριν = σχεδόν
(6) Παρπάταν = περπάταγε
(7) Μιάλος = μεγάλος
(8) Δευτερογιούνης = Ιούλιος
(9) πηαίννασιν = πηγαίνανε
(10) λαμπρόν = φωτιά
(11) πιάννει = παίρνει
(12) μιτσόττερος = μικρότερος
(13) ελούθην = λούστηκε
(14) πον είσιεν = που δεν είχε
(15) τζι’ ούλλα κατάπιννέν τα = κι όλα τα κατάπινε
(16) ομπρός τους συνομπλάστηκεν = βρέθηκε μπροστά τους
(17) πέρκαλλος = πανέμορφος
(18) τζείν’ την ώραν = εκείνη την ώρα
(19) λαλούν με = με λένε
(20) επολοήθην = απάντησε
(21) που πάππον ως αγγόνιν = από παππού μέχρι εγγόνι
(22) καρτσιηλατούν = στέκονται απέναντι από
(23) πιάννουν ευτζιήν τζιαι στράταν = παίρνουν την ευχή του Πλάστη μας και προχωρούν στο δρόμο τους
(24) στην Τζιερύνειαν πάσιν = πάνε στην Κερύνεια
(25) που’ ταν βαρετή = που ήτανε βαριά

 

 

Το μελοποιημένο ποίημα τραγουδούν ο Κούλης Θεοδώρου και ο Γιώργος Νταλάρας στο Ηρώδειο

 

 

 

Leave a Comment